Δεν υπάρχει ζωντανή εκπομπή τώραΔεν υπάρχει ζωντανή εκπομπή τώρα
OFF AIR
Δεν υπάρχει ζωντανή εκπομπή τώραΔεν υπάρχει ζωντανή εκπομπή τώρα
OFF AIR
Δεν υπάρχει ζωντανή εκπομπή τώραΔεν υπάρχει ζωντανή εκπομπή τώρα
(ARTICLES)
OFF AIR
Δεν υπάρχει ζωντανή εκπομπή τώραΔεν υπάρχει ζωντανή εκπομπή τώρα
OFF AIR
Δεν υπάρχει ζωντανή εκπομπή τώραΔεν υπάρχει ζωντανή εκπομπή τώρα
OFF AIR
Δεν υπάρχει ζωντανή εκπομπή τώραΔεν υπάρχει ζωντανή εκπομπή τώρα
Ο δρόμος που δεν πήρε — ητα.ρω
OFF AIR
Δεν υπάρχει ζωντανή εκπομπή τώραΔεν υπάρχει ζωντανή εκπομπή τώρα
ΙΣΤΟΡΙΑFeatured1 ΟΚΤ 2026 · 12 MIN · ΓΙΏΡΓΟΣ ΠΕΝΌΠΟΥΛΟΣ
Ο δρόμος που δεν πήρε
Η βασική διαφορά ανάμεσα στην τύχη και τη μοίρα είναι ότι την πρώτη συνήθως την ευχαριστούμε και τη δεύτερη την καταριόμαστε. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους.
Ο Μίλαν Κούντερα, στην «Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι», έγραψε για το βάρος —αλλά και την ελαφρότητα, βεβαίως βεβαίως— που φέρουν τα τυχαία γεγονότα μιας ζωής. Αυτά που, εκ των υστέρων, φαίνονται λιγότερο τυχαία απ’ όσο φάνηκαν τη στιγμή που συνέβησαν.
Μια βραδιά στην Γκέρα
Ο Ηρακλής έχει τέσσερις συμμετοχές στο Κύπελλο Ιντερτότο, το 1993, το 1995, το 1997 και το 1998.
Κι όμως, η ιστορία που γράφτηκε για τους Κυανόλευκους αρχίζει λίγα χρόνια νωρίτερα, το καλοκαίρι του 1988, μέσα στην ίδια διοργάνωση, σε έναν αγώνα της Ραντ Βελιγραδίου με την Καρλ Τσάις Ιένα. Εκεί, σε μια βραδιά που δεν είχε καμία σχέση με τον Ηρακλή, άρχισε να διαμορφώνεται η διαδρομή του ανθρώπου που λίγους μήνες αργότερα θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για τα επόμενα δέκα χρόνια. Και βάλε.
OFF AIR
Δεν υπάρχει ζωντανή εκπομπή τώραΔεν υπάρχει ζωντανή εκπομπή τώρα
Στις 16 Ιουλίου, η Ραντ ταξιδεύει στην Γκέρα για το τελευταίο παιχνίδι του ομίλου απέναντι στην Καρλ Τσάις Ιένα, έχοντας το προβάδισμα στη βαθμολογία, την ώρα που οι γηπεδούχοι χρειάζονται τη νίκη για να πάρουν την πρώτη θέση. Οι Σέρβοι προσπαθούν να κρατήσουν το παιχνίδι στον δικό τους ρυθμό, ο χρόνος κυλά, οι καθυστερήσεις σπάνε τα νεύρα των (ανατολικο)Γερμανών και όλα δείχνουν πως η Ραντ θα φύγει με αυτό που θέλει. Μέχρι που, στο τελευταίο λεπτό, ο Ραλφ Στρέσερ στέλνει την μπάλα στα δίχτυα και κάνει το 1-0 για την Ιένα.
Μετά τη λήξη ξεσπούν επεισόδια, δύο ποδοσφαιριστές της Ραντ αποβάλλονται, ο Μπάμπιτς επιτίθεται στον διαιτητή Κλάους-Ντίτερ Στέντσελ και η σύρραξη ανάμεσα στους παίκτες μετατρέπεται σε γενικευμένο χάος, με οπαδούς της Ιένα να εισβάλλουν στον αγωνιστικό χώρο.
Η ποινή ήταν διετής αποκλεισμός από τις ευρωπαϊκές διοργανώσεις για τον ίδιο.
Εκείνο το βράδυ ο Γιοβάνοβιτς έχανε, χωρίς ακόμη να το γνωρίζει, κάτι πολύ μεγαλύτερο από δύο ευρωπαϊκές σεζόν: έχανε τον δρόμο που είχε ήδη χαράξει για τη συνέχεια της ζωής του. Καμιά φορά, όμως, ίσως χρειάζεται να χάσεις τον δρόμο που είχες διαλέξει για να βρεις εκείνον που τελικά ήταν δικός σου.
Αντίο Μετς
Η Μετς περίμενε.
Ο Γιοβάνοβιτς θεωρούσε πως το κεφάλαιο της Ραντ είχε κλείσει και πως η Γαλλία θα ήταν το επόμενο βήμα του. Όταν η γαλλική πλευρά πληροφορήθηκε την τιμωρία του, έκανε πίσω και η συμφωνία δεν προχώρησε.
Χρόνια αργότερα, όπως έχει εξομολογηθεί ο ίδιος, εκείνη η εξέλιξη άλλαξε ολόκληρη την ποδοσφαιρική του καριέρα. Η ειρωνεία είναι πως η στιγμή που έμοιαζε τότε με ατυχία αποδείχθηκε τελικά η στιγμή που καθόρισε τα πάντα. Ή σχεδόν τα πάντα.
Η Μετς απομακρύνεται και στη θέση της εμφανίζεται ο Ντούσαν Μίτοσεβιτς. Ο άνθρωπος που γνώριζε όσο λίγοι το γιουγκοσλαβικό ποδόσφαιρο, γνώριζε τον ποδοσφαιριστή και γνώριζε τον Ηρακλή, είναι εκείνος που τον προτείνει στον τότε πρόεδρο του συλλόγου, Πέτρο Θεοδωρίδη.
Η πίστη του στον Γιοβάνοβιτς ήταν τέτοια, ώστε να του πει: «Θα το δεις, θα κάνει… παππάντες». Μέσα σε λίγες εβδομάδες, η πόρτα της Ελλάδας άνοιξε για τον Ιβάν στη Θεσσαλονίκη.
Ο άνθρωπος που ερχόταν από τη Γιουγκοσλαβία μόλις συμφώνησε με τον Ηρακλή, άρχισε να μαθαίνει ελληνικά. Έφερε μαζί του βιβλία για να μάθει τη γλώσσα και, όπως θυμάται ο δημοσιογράφος Στέλιος Γρηγοριάδης, την έμαθε τελικά πολύ γρήγορα.
Ο ξένος που έγινε ένας από εμάς
Ο Ιβάν που φτάνει το καλοκαίρι του 1989 στον Ηρακλή δεν είναι ένας άγνωστος νεαρός που περιμένει την ευκαιρία του. Είναι 27 ετών, αρχηγός της Ραντ, με εμπειρία στην πρώτη κατηγορία της Γιουγκοσλαβίας και με μια προσωπικότητα ήδη σχηματισμένη.
Έχει ξεκινήσει από τη Λόζνιτσα, έχει μετακινηθεί στη Ραντ και, παράλληλα με το ποδόσφαιρο, έχει περάσει από το πανεπιστήμιο, όπου σπούδασε μεταφορές. Δεν είναι απλώς ένας ποδοσφαιριστής που έρχεται να δοκιμάσει την τύχη του στο εξωτερικό. Είναι ένας άνθρωπος που έχει ήδη αρχίσει να χτίζει τη ζωή του και έξω από τις τέσσερις γραμμές, κάτι που φάνηκε και μετά το τέλος της ποδοσφαιρικής του καριέρας.
Ο Ηρακλής τον υποδέχεται σε μια εποχή που το παρελθόν δεν έχει ακόμη απομακρυνθεί από τις εξέδρες και το Νο 10 είναι πιο βαρύ από ποτέ. Δεν είναι ένας ακόμη αριθμός στη φανέλα. Έχει ήδη φορεθεί από τον Κώστα Αϊδινίου και, κυρίως, από τον Βασίλη Χατζηπαναγή. Έναν αριθμό που κουβαλά μνήμες, απαιτήσεις και προσδοκίες.
Ο Ιβάν δεν μοιάζει να φοβάται το βάρος. Στην πρώτη του σεζόν πετυχαίνει οκτώ γκολ στο πρωτάθλημα και ο Ηρακλής τερματίζει πέμπτος. Δεν είναι όμως μόνο τα γκολ που αρχίζουν να τον κάνουν δικό τους. Είναι ο τρόπος που στέκεται μέσα στην ομάδα. Ο τρόπος που δουλεύει. Ο τρόπος που μιλά. Ο τρόπος που διαβάζει το παιχνίδι.
Και ήταν κάτι περισσότερο από το Νο 10 της φανέλας. Ήταν ένας ποδοσφαιριστής με ποιότητα, τεχνική και αντοχή στο παιχνίδι, από εκείνους τους μέσους που μπορούσαν να κουβαλήσουν την ομάδα τόσο με την μπάλα όσο και με τα τρεξίματά τους. Στα δέκα χρόνια του στον Ηρακλή έφτασε τις 271 συμμετοχές και τα 52 γκολ, αριθμοί που από μόνοι τους λένε πολλά. Και αν υπήρχε κάτι που ο κόσμος περίμενε πάντα όταν η μπάλα σταματούσε λίγο έξω από την περιοχή, ήταν το δεξί του πόδι. Εννέα από τα 52 γκολ του ήρθαν με φάουλ.
Ο άνθρωπος που ήρθε ως ο ξένος της Ραντ παύει σιγά σιγά να είναι ξένος.
Ο Ιβάν στα αποδυτήρια
Ο Μιχάλης Βαλκάνης τον θυμάται ως ηγέτη, σπουδαίο ποδοσφαιριστή και εξαιρετικό χαρακτήρα, έναν άνθρωπο με πλήρη αντίληψη του παιχνιδιού, πειθαρχία και εργατικότητα. Ο Γιώργος Κωστής θα μιλήσει αργότερα για έναν μεγάλο δάσκαλο, για τον παίκτη από τον οποίο οι νεότεροι έμαθαν τι σημαίνει επαγγελματισμός.
Ο Κωστής δεν μιλά μόνο για επιρροή. Έχει αποκαλύψει πως ο ίδιος ο Γιοβάνοβιτς τον είχε δει σε φιλικό παιχνίδι και είχε εισηγηθεί στον Ηρακλή να τον αποκτήσει. Ο Ιβάν, δηλαδή, είχε αρχίσει να κοιτάζει το ποδόσφαιρο και από την άλλη πλευρά του κάδρου, να προσέχει ποιος μπορεί να σταθεί σε μια ομάδα, ποιος μπορεί να βοηθήσει, ποιος αξίζει μια ευκαιρία, πριν κρεμάσει τα παπούτσια του.
Ο Ιεροκλής Στολτίδης, από την άλλη, θυμάται τον νεαρό εαυτό του να παλεύει στις προπονήσεις με τους παλιούς και να ακούει αργότερα τον Γιοβάνοβιτς να θυμάται πως «τον κυνηγούσε». Οι μεγάλες καριέρες συχνά κρύβονται σε τέτοιες μικρές μάχες, σε προπονήσεις που κανείς δεν κατέγραψε και στις οποίες, όμως, χτίζονται άνθρωποι που θα μείνουν.
Η ζωή μετά τον Βάσια
Η δεκαετία περνά και ο Γιοβάνοβιτς γίνεται όλο και περισσότερο αυτό που δεν μπορεί να περιγράψει κανένα στατιστικό φύλλο: ένας από τους ανθρώπους που δίνουν ταυτότητα σε μια ομάδα. Ο Ηρακλής τερματίζει τέταρτος το 1995/96, εκείνος συνεχίζει να είναι σημείο αναφοράς, τα φάουλ του γίνονται σήμα κατατεθέν και το Νο 10 παύει οριστικά να θυμίζει μόνο το παρελθόν. Έχει πλέον αποκτήσει το δικό του όνομα. Όπως στο 10 όλοι γνώριζαν ότι είναι ο Βάσια, πλέον όλοι γνώριζαν ότι είναι ο Ιβάν.
Ούτως ή άλλως, η τελετή παράδοσης-παραλαβής είχε γίνει. Το φιλικό στο οποίο ο Ιβάν Γιοβάνοβιτς βρέθηκε στον ίδιο αγωνιστικό χώρο με τον Βασίλη Χατζηπαναγή, πριν κρεμάσει τα παπούτσια του ο δεύτερος. Ήταν μια σκυτάλη που περνούσε από τον έναν μεγάλο του Ηρακλή στον άλλον.
Για τον Ηρακλή, η εικόνα ήταν σημαδιακή. Από τη μία πλευρά, ο Χατζηπαναγής, ο ποδοσφαιριστής που είχε κάνει το Νο 10 συνώνυμο της φανέλας και είχε αφήσει πίσω του μια σχεδόν μυθική εποχή. Από την άλλη, ο Γιοβάνοβιτς, ο άνθρωπος που είχε έρθει από τη Γιουγκοσλαβία και είχε αρχίσει να γράφει τη δική του ιστορία στη Θεσσαλονίκη. Μια συνάντηση δύο διαφορετικών εκδοχών του ίδιου Ηρακλή. Δύο παιδιά που άφησαν το μέρος που γεννήθηκαν για να βρουν ένα δεύτερο σπίτι στο Καυτανζόγλειο.
Η πατρίδα κάτω από τις βόμβες
Η Γιουγκοσλαβία βομβαρδίζεται από το ΝΑΤΟ και ο πόλεμος εισβάλλει στη ζωή του Ιβάν με τον πιο βίαιο τρόπο. Στις 4 Απριλίου του 1999, στο Καυτανζόγλειο, ο Ηρακλής υποδέχεται τον Άρη και ο Γιοβάνοβιτς εμφανίζεται μπροστά στην εξέδρα κρατώντας το μήνυμα «Στην Ελλάδα κτυπά η καρδιά της καρδιάς μας».
Η εικόνα είναι μεγαλύτερη από ένα ντέρμπι και μεγαλύτερη από έναν ποδοσφαιριστή. Ένας άνθρωπος στέκεται ανάμεσα στην πατρίδα όπου γεννήθηκε και στην πόλη όπου έχει ήδη περάσει δέκα χρόνια από τη ζωή του. Η μία βρίσκεται κάτω από βόμβες. Η άλλη του απαντά με αποθέωση. Ηρακληδείς και Αρειανοί βρίζουν εν χορώ τους Αμερικάνους.
Για την ιστορία, ο Ιβάν δεν θα ξεκινήσει βασικός στο συγκεκριμένο παιχνίδι. Θα έρθει από τον πάγκο και ο Ηρακλής θα κάνει την ανατροπή με 2-1. Ο Ιβάν ήταν η αλλαγή που ήθελε να δει ο κόσμος και, παράλληλα, η αλλαγή που ήθελε ο κόσμος του Ηρακλή.
Από τα εξάταπα στο πινακάκι
Το 1999 κλείνει ένας κύκλος. Ο Γιοβάνοβιτς κρεμά τα παπούτσια του και αποχωρεί από τον αγωνιστικό χώρο, αλλά όχι από την ιστορία του Ηρακλή. Η μετάβαση είναι σχεδόν φυσική.
Το 2002 επιστρέφει ως προπονητής, κάτι για το οποίο κανείς δεν αμφέβαλλε.
Η πρώτη του θητεία δεν έχει ευτυχισμένο τέλος. Ο Ηρακλής ξεκινά με το 3-0 απέναντι στον ΟΦΗ, έρχεται η μεγάλη νίκη 4-2 επί της Ανόρθωσης, αλλά στην Κύπρο ακολουθεί το 3-1 και ο αποκλεισμός. Λίγους μήνες αργότερα ο Γιοβάνοβιτς αποχωρεί. Σε ένα μπασκετικό reference, έχει πει και πολύ πρόσφατα ο Γιασικεβίτσιους στον Σπανούλη πως το πιο δύσκολο για τους μεγάλους παίκτες είναι ότι, όταν γίνονται προπονητές, δεν έχουν εκείνοι την μπάλα στα χέρια τους. Το παιχνίδι που κάποτε ανήκε μέσα στις τέσσερις γραμμές στον Ιβάν, τώρα του ζητά κάτι δυσκολότερο: να εμπνεύσει ολόκληρη την ομάδα έξω από αυτές.
Δεν ήταν περαστικός
Το 2005, ο δρόμος τον φέρνει για λίγο απέναντι από τον Ηρακλή. Ως προπονητής της Παναχαϊκής θα βρεθεί αντίπαλος με τον Σάββα Κωφίδη, τον παλιό του συμπαίκτη. Ο Κωφίδης δεν θα κρύψει το παράξενο της στιγμής: «Δεν περίμενα ποτέ ότι θα ήμουν αντίπαλος με τον Ιβάν. Έτσι είναι όμως η ζωή».
Εκείνοι που κάποτε μοιράζονταν αποδυτήρια, προπονήσεις και γήπεδα βρίσκονται τώρα απέναντι, ο ένας στον πάγκο της Παναχαϊκής και ο άλλος στον πάγκο του Ηρακλή. Μόνο που αυτή η αντιπαλότητα δεν θα κρατούσε για πάντα. Ο ίδιος ο Κωφίδης έχει πει ότι ο Ιβάν τον παρότρυνε να πάρει δίπλωμα προπονητή και, όταν αργότερα ανέλαβε τον Ηρακλή, τον πήρε μαζί του ως βοηθό.
Και φτάνουμε στο 2007. Ο Ηρακλής δεν είναι πια η ομάδα της δεκαετίας του Ιβάν. Δεν είναι ο Ηρακλής του Βάσια. Είναι μια ομάδα σε βαθιά κρίση, με οικονομικά και διοικητικά προβλήματα, με την ένταση να έχει πια περάσει και μέσα στις τέσσερις γραμμές. Ο Γιοβάνοβιτς επιστρέφει σε ένα περιβάλλον που γνωρίζει από παλιά. Επιστρέφει για να σώσει μία παρτίδα που μοιάζει σχεδόν χαμένη.
Η ύστατη μάχη δίνεται στην Ξάνθη στις 13 Μαΐου. Ο Ηρακλής κερδίζει 2-1 και μένει ζωντανός. Μένει σε μία αφιλόξενη κατηγορία, από την οποία ποτέ δεν έπεσε αγωνιστικά. Αργότερα, ο Γιοβάνοβιτς θα περιγράψει εκείνους τους μήνες ως «ένα μαρτύριο» και θα θυμηθεί παίκτες να κλαίνε στα αποδυτήρια μετά τη σωτηρία.
Λίγο αργότερα, μέσα στην κριτική, θα πει: «Δεν είμαι περαστικός από τον Ηρακλή». Ίσως να είναι η πιο απλή φράση που μπορούσε να πει και ταυτόχρονα η πιο δύσκολη να αμφισβητηθεί. Οι περαστικοί αφήνουν πίσω τους έναν σταθμό και, συνήθως, συντρίμμια. Ο Γιοβάνοβιτς είχε αφήσει πίσω του μια δεκαετία ζωής.
Η δεύτερη θητεία τελειώνει τον Δεκέμβριο του 2007 μέσα σε διαφωνίες για τον μεταγραφικό σχεδιασμό. Ο Ιβάν φεύγει ξανά. Αυτή τη φορά, όμως, ο δρόμος που ανοίγεται μπροστά του είναι τεράστιος. ΑΠΟΕΛ, τίτλοι, Champions League, μεγάλες ευρωπαϊκές νύχτες, Παναθηναϊκός και, τελικά, η Εθνική Ελλάδας. Αυτά είναι πράγματα που μπορείτε να τα διαβάσετε αλλού. Η διαδρομή του μεγαλώνει, η σκηνή αλλάζει, αλλά κάπου στο βάθος υπάρχει πάντα μια πόλη και μια φανέλα που είχαν προηγηθεί όλων.
Η μισή ζωή
Χρόνια αργότερα, για τον Ηρακλή που μέχρι πέρσι ήταν μακριά από τη μεγάλη κατηγορία, ο Γιοβάνοβιτς θα πει: «Υποφέρω». Και μετά θα εξηγήσει πως τα δέκα χρόνια στον Ηρακλή είναι «η μισή ζωή μου». Η φράση αυτή, από μόνη της, σβήνει πολλά από τα υπόλοιπα που έχουν συμβεί. Αρκετοί σχολιάζουν στα social media ότι αναφέρθηκε με πικρία και πολλές φορές ειρωνικά στον Ηρακλή, αλλά η αλήθεια κρύβεται αλλού.
Κρύβεται στο Νο 10.
Το 2025, ο Γ.Σ. Ηρακλής τού παραδίδει ξανά τη φανέλα με το όνομά του και το «10» στην πλάτη. Το ίδιο νούμερο που κάποτε είχε περάσει από τον Αϊδινίου στον Χατζηπαναγή και από εκεί στον Γιοβάνοβιτς βρίσκεται ξανά στα χέρια του, μόνο που τώρα ανάμεσα στις δύο εικόνες χωρά μια ολόκληρη ζωή.
Ο δρόμος που δεν πήρε
Και κάπως έτσι φτάνουμε ξανά στη Μετς.
Η «Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι» επιμένει στην ιδέα ότι η ζωή δεν μας δίνει δεύτερη εκδοχή της ίδιας διαδρομής. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω και να ζήσουμε τη ζωή που δεν επιλέξαμε. Μπορούμε μόνο να κοιτάξουμε αυτή που ζήσαμε και να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε το βάρος όσων κάποτε έμοιαζαν τυχαία.
Ο Γιοβάνοβιτς δεν θα μάθει ποτέ τι θα γινόταν αν η Μετς έλεγε «ναι». Κανείς δεν θα το μάθει. Αυτός ο δρόμος χάθηκε το καλοκαίρι του 1988 και δεν ξανανοίγει. Όμως ξέρουμε κάτι άλλο: η Μετς δεν αγωνίστηκε στην Ευρώπη ούτε τη σεζόν 1989/90 ούτε τη 1990/91, για την ακρίβεια, βρέθηκε στην Ευρώπη μετά από δέκα σεζόν.
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν ο Γιοβάνοβιτς θα είχε γίνει ο ίδιος άνθρωπος στη Γαλλία. Αν θα είχε γίνει σημαία στη Μετς και μισητό πρόσωπο της Νανσί. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποια ομάδα θα είχε αγαπήσει και αν θα μιλούσε σπαστά γαλλικά. Ποιοι άνθρωποι θα είχαν γίνει οι δικοί του άνθρωποι, ποια καριέρα θα είχε ακολουθήσει. Υπάρχει μόνο η μία ζωή που έζησε.
Μέσα της βρήκε το Νο 10, τους συμπαίκτες, το Καυτανζόγλειο, δέκα χρόνια, δύο επιστροφές στον πάγκο, σήκωσε το βάρος της διαδοχής του Χατζηπαναγή, έζησε μια νύχτα αποθέωσης το 1999, όταν η πατρίδα του βρισκόταν κάτω από βόμβες, έναν κόσμο που τον αποχαιρέτησε ως δικό του και έναν άνθρωπο που, δεκαετίες αργότερα, μπορούσε ακόμη να πει πως αυτά τα χρόνια ήταν «η μισή ζωή μου».
Έφτασε μέχρι την κορυφή της ελληνικής προπονητικής, μέχρι να γίνει ο άνθρωπος που κερδίζει με τη συμπεριφορά του το πανελλήνιο και μπορεί να κάνει δηλώσεις που μαγνητίζουν σε μία γλώσσα που δεν είναι καν η μητρική του. Αυτός ο άνθρωπος που ήρθε κατά λάθος στην Θεσσαλονίκη, κάθισε στον πάγκο της Εθνικής Ελλάδας.
Η ζωή τού πήρε έναν δρόμο που ήθελε και του έδωσε έναν δρόμο που τελικά έγινε δικός του. Αυτός ο δρόμος ήταν κυανόλευκος.